ἄλιψ

ἄλιψ
Grammatical information: adj.
Meaning: πέτρα H.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
Etymology: Fur. 372, 378 compares, beside λίψ πέτρα H., also ἠλίβατος, which in Homer always qualifies πέτρη. Quite possible, but not certain. If αἰγίλιψ (q.v.) also belongs here, its second element is non-IE (as also prob. its first part).
Page in Frisk: 1,74

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αιγίλιψ — αἰγίλιψ ( ιπος), ο, η (Α) τόπος όπου δεν σκαρφαλώνουν ούτε κατσίκια, επομένως απόκρημνος, απότομος. [ΕΤΥΜΟΛ. Σύνθετη λ. από αἰγι (< αἴξ, αἰγὸς) και λιψ. Το β συνθ. συνδέεται πιθ. με την ΙΕ ρίζα *leip, που σημαίνει («αλείφω» και) «σκαρφαλώνω,… …   Dictionary of Greek

  • κατήλιψ — κατῆλιψ, ιφος, δωρ. τ. κατᾱλιψ, ἡ (Α) 1.σκάλα, κλίμακα («ἐπὶ τὴν κατήλιφα ἀναρριχησάμενος», Λουκιαν.) 2. το άνω πάτωμα οικίας 3. η σκάλα ή το δοκάρι που υποβαστάζει την οροφή 4. (κατά τον Ησύχ.) «μεσόδμη, μεσότοιχον, δοκὸς ἡ ὑποβαστάζουσα τὸν… …   Dictionary of Greek

  • leip-1 —     leip 1     English meaning: to smear, stick     Deutsche Übersetzung: “with Fett beschmieren, kleben” (out of it also ‘sich anheftend hinaufklettern, klettern”)     Note: probably extension to lei ‘schleimig”.     Material: O.Ind. lip… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.